List

Σαν σήμερα, πριν από 73 χρόνια, αναχώρησε, από τον (παλαιό πλέον) σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης, το πρώτο τρένο με προορισμό τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Πολωνία.

Το ακόλουθο κείμενό μου βασίζεται στη συνέντευξη που μου παραχώρησε, το 2007, ο κ. Λεόν Μπενμαγιόρ, ο οποίος, το 1943, επιβιβάστηκε σε ένα από τα τρένα του θανάτου.

«…11 ημέρες μείναμε στοιβαγμένοι στο τρένο σαν τα ζώα· κρύο, πείνα, δίψα και κυρίως, φόβος. Φύγαμε, βλέπεις, χωρίς να γνωρίζουμε τι θα συναντήσουμε.

Μόλις φτάσαμε στο Άουσβιτς, με χώρισαν από την οικογένειά μου. Ήμουν νέος και δυνατός· με έβαλαν, λοιπόν, να δουλεύω στην οδοποιία, να στρώνω έναν δρόμο στο μπλοκ 9. Δούλευα μέρες ολόκληρες μες στο κρύο, κάτω από τη βροχή. Έβλεπα τους άλλους αιχμαλώτους να αρρωσταίνουν και να πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλον. Μία από αυτές τις ημέρες, ένας Γερμανός στρατιώτης, μου ανακοίνωσε ότι ο πατέρας μου, η μητέρα μου και οι αδελφές μου είχαν πεθάνει στο κρεματόριο. Κατάλαβα γρήγορα ότι για να επιβιώσω, έπρεπε να ελέγξω το μυαλό μου.

Άλλοτε πάλι, τα βράδια, ονειρευόμουν πως ήμουν αόρατος, περνούσα τους τοίχους και έφτανα εκεί που φύλαγαν το ψωμί και τα νεροζούμια. Και έτρωγα, έτρωγα. [Περνούσα, βλέπεις, όλη την ημέρα με ένα κομμάτι ψωμί και μια νερόβραστη σούπα]. Και, ξέρεις· δεν σκέφτηκα ποτέ να γίνω αόρατος για να φύγω. Αυτό ούτε καν περνούσε από το μυαλό μου. Ήμουν τόσο πεπεισμένος ότι δεν υπήρχε διέξοδος από αυτήν την κόλαση.

Έναν μήνα αργότερα, με έστειλαν στο εργοστάσιο κανονιών στο Μπιρκενάου, όπου συγκέντρωναν όσους προόριζαν για εξόντωση. Στις 18 Ιανουαρίου του 1944 μάς μάζεψαν όλους σε ένα δωμάτιο και μας έγδυσαν. Έναν προς έναν, μας χτύπησαν με μια λεπτή βέργα για να διαπιστώσουν αν είχαμε κρέας -αν ήμασταν δηλαδή γεροί για να δουλέψουμε. Αν όχι, μας έγραφαν στις λίστες του θανάτου.

Σε μία από αυτές, μπήκε και το όνομά μου εκείνη την ημέρα. Συνήθως, συγκέντρωναν περίπου 3.000 άτομα για το θάλαμο αερίων. Αυτή τη φορά ήμασταν μόνον 120. Γδυθήκαμε και μπήκαμε στους φούρνους. Επί δύο ώρες περίπου, περιμέναμε εκεί ξέροντας ότι βρισκόμασταν στον προθάλαμο του κάτω κόσμου. Ο νους μου είχε σταματήσει να λειτουργεί. Σαν να έβγαινα από λήθαργο, έφταναν στα αυτιά μου λυγμοί, κατάρες, αποχαιρετισμοί.

Και ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε και πάλι. Ήταν ο υπεύθυνος υπολοχαγός που μας ενημέρωνε ότι καθώς κρίθηκε ζημιογόνο (!) για το κράτος να ξοδευτούν αέρια για τόσο λίγα άτομα, δε θα μας σκότωναν.

Την επόμενη ημέρα, κατέφτασαν περίπου 400.000 Εβραίοι από την Ουγγαρία, οι οποίοι εξολοθρεύτηκαν, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, μέσα σε μία εβδομάδα. Εκεί, με χρειάζονταν πλέον για να διδάξω στους ελάχιστους εναπομείναντες Ούγγρους τη δουλειά και για να συγκεντρώνω τα λιγοστά υπάρχοντα όλων αυτών που είχαν αρχίσει το ταξίδι προς τη λύτρωση. Σαν από θαύμα, η μπόρα είχε περάσει για μένα.

Στις 4 Μαΐου του 1945, ο αμερικανικός στρατός μάς απελευθέρωσε από το Mittenwald, στα σύνορα Γερμανίας – Αυστρίας, όπου είχαμε φτάσει με πεζοπορία. Μόλις μας το ανακοίνωσαν, αρχίσαμε να τρέχουμε αριστερά και δεξιά χωρίς να ξέρουμε πού να πάμε. Στο Μόναχο, μάζεψαν όλους τους διασωθέντες και από εκεί, ο Ερυθρός Σταυρός με έστειλε στην Αθήνα. Όταν γύρισα στη Θεσσαλονίκη, δεν βρήκα κανέναν. ‘Ήμουν μόνος. Τον πρώτο καιρό, δεν ήθελα ούτε να μιλήσω για την κόλαση που βίωσα. Γρήγορα, όμως, κατάλαβα ότι η σιωπή ήταν λάθος.

Άλλωστε, ό,τι κι αν κάνω, ακόμη και σήμερα που κουβαλώ 91 χρόνια στις πλάτες μου, το μυαλό μου επιστρέφει πάντα εκεί. Και το νούμερο 119842, χαραγμένο στο αριστερό μου μπράτσο, βρίσκεται κάθε μέρα εκεί να μου θυμίζει ότι το όνομά μου ήταν στις λίστες του θανάτου…».

Την Κυριακή 20 Μαρτίου 2016, με αφορμή την επέτειο των 73 χρόνων από την αναχώρηση του πρώτου συρμού από τη Θεσσαλονίκη για τα στρατόπεδα θανάτου Άουσβιτς – Μπίρκεναου, πραγματοποιείται πορεία μνήμης. Αφετηρία: Πλατεία Ελευθερίας, Ώρα: 11.30.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

  Tag: Ολοκαύτωμα